- σπλαγχνοτομία
- σπλαγχνο-τομία, ἡ, das Zerschneiden der Eingeweide
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
σπλαγχνοτομία — η, Ν ιατρ. ανατομή τών σπλάχνων. [ΕΤΥΜΟΛ. Αντιδάνεια λ., πρβλ. αγγλ. splanchnotomy < σπλάγχνα + τομή] … Dictionary of Greek
σπλαγχνοτομικός — ή, ό, Ν [σπλαγχνοτομία] αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην σπλαγχνοτομία … Dictionary of Greek